Το κίνημα των « Αγανακτισμένων » : δυνατότητες, αντιφάσεις και προοπτικές

Les mouvements des « Indignés » : potentialités, contradictions et perspectives
mercredi 1er février 2012
par  LieuxCommuns

Traduction grecque du tract « Les mouvements des »Indignés" : potentialités, contradictions et perspectives

Για πρώτη φορά ύστερα από αρκετό καιρό στην Ευρώπη, ένα κίνημα, αυτό των « Αγανακτισμένων », θέτει, στην πράξη, το ζήτημα της αυτόνομης δράσης των ανθρώπων καθώς και μια επιθυμία επανασύνδεσης με αξίες όπως η ευχαρίστηση της κοινωνικής επαφής [1], η αλληλοβοήθεια και η αλληλεγγύη. Μέσα από την διεκδίκηση μιας αξιοπρεπούς ζωής θέτουν, επίσης, το ζήτημα της επανανακάλυψης του νοήματος της ζωής μέσα στην σημερινή κοινωνία. Όπως είναι φυσικό, ένα τέτοιο κίνημα προκαλεί τη συμπάθεια όλων όσων προσπαθούμε να αντισταθούμε στην παρανοϊκή πορεία της σύγχρονης ανθρωπότητας, κερδίζοντας τη συμπαράστασή μας. Ακριβώς όμως στα πλαίσια αυτής της συμπαράστασης πιστεύουμε ότι πρέπει να καταδείξουμε τις αντιφάσεις αυτού του κινήματος, προκειμένου να ξεπεραστούν οι αδυναμίες και τα όριά του.

Το κίνημα των αγανακτισμένων συγκεντρώνει κατά κύριο λόγο κατοίκους αστικών περιοχών που προέρχονται από μεσαία στρώματα και οι οποίοι είτε φοβούνται οτι θα απωλέσουν την οικονομική τους θέση είτε την έχουν ήδη απωλέσει (πτυχιούχοι που είναι είτε στην ανεργία είτε με επισφαλή και κακοπληρωμένη εργασία). Συναντά μικρή ανταπόκριση στα πιο λαϊκά στρώματα. Αυτές οι συγκεντρώσεις, που αρχικά διαδόθηκαν μέσω των κοινωνικών δικτύων, στη βάση μιας έννοιας που υποτίθεται πως είναι ευρέως αποδεκτή (αγανάκτιση), αρνούνται, πολύ σωστά, κάθε είδος πατροναρίσματος, πολιτικού, συνδικαλιστικού ή όποιου άλλου. Ομοίως, απορρίπτεται ο χώρος της εργασίας, ως χώρος όπου η πολιτική παρέμβαση είναι αδύνατη, καθώς οι άνεργοι είναι αποκλεισμένοι, οι επισφαλείς έρχονται σε αντίθεση με εργαζόμενους με εξασφαλισμένο καθεστώς ή καριερίστες και όπου οποιαδήποτε έκφραση αντίδρασης καπελώνεται από τα ξεπουλημένα συνδικάτα.

Όμως η έννοια της « αγανάκτησης » από μόνη της δε λέει τίποτα σχετικά με αυτό που την προκαλεί, πράγμα που γεννά μια σειρά παρανοήσεων. Στην Τυνησία και την Αίγυπτο υπήρχε ένα σύνθημα που συνένωνε όλες τις διαφορετικές φωνές : « Να φύγει » ο τύραννος, με ορίζοντα την εγκαθίδρυση μιας φιλελεύθερης ολιγαρχίας δυτικού τύπου. Όμως στην Ευρώπη είναι αυτές ακριβώς οι φιλελεύθερες ολιγαρχίες που συνιστούν το σύγχρονο αδιέξοδο. Απέναντι σε αυτό το γεγονός, το κίνημα των αγανακτισμένων αμφιταλαντεύεται ανάμεσα σε δύο τάσεις, τις οποίες δεν καταφέρνει να υπερβεί μέσα από τον όρο « πραγματική δημοκρατία » (που έχει υιοθετήσει ως σύνθημα). Η πρώτη τάση θέλει απλά να διορθώσει τις ακραίες στρεβλώσεις του συστήματος. Οι διεκδικήσεις της αφορούν την ηθικοποίηση της δημόσιας ζωής, την ποιότητα ζωής, την δίκαιη κατανομή του πλούτου, το δικαίωμα στην εργασία, την δικαιοσύνη, τη μεταρρύθμιση της οικονομίας κ.λπ. Η δεύτερη θέτει υπό αμφισβήτηση τα θεμέλια των κοινωνιών μας και προβάλλει τις βασικές θέσεις ενός προτάγματος ριζικής αλλαγής : αυτοδιεύθυνση, αυτονομία, άμεση δημοκρατία και πολλές ανάλογες πολιτικές πρακτικές οι οποίες δεν προβάλλονται, απ’ό,τι φαίνεται, πουθενά αλλού στον κόσμο εκτός από την πλατεία Συντάγματος στην Αθήνα.

Έτσι, το κίνημα στερείται μιας « σπονδυλικής στήλης », ενός στοιχειώδους άξονα τον οποίο να μοιράζεται η μεγάλη πλειοψηφία των συμμετεχόντων και των συμμετεχουσών και ο οποίος θα του επέτρεπε να απευθυνθεί με ξεκαθάρο τρόπο στην υπόλοιπη κοινωνία. Καμία από αυτές τις δύο τάσεις δεν καταφέρνει να επιβληθεί επί της άλλης. Το κοινωνικό πρόταγμα που κάθε μία από αυτές σκιαγραφεί είναι προβληματικό.

Αυτοί που αποκηρύσσουν τις ακραίες στρεβλώσεις του συστήματος φαίνεται πως επιθυμούν ένα είδος επιστροφής στο παρελθόν, σε μια εποχή όπου το σύστημα υποτίθεται πως ήταν καλύτερα ρυθμισμένο και ο πλούτος καλύτερα κατανεμημένος. Ωστόσο, ακόμα και με μια ίση ανακατανομή του κοινωνικού πλούτου, η επιστροφή σε μια κοινωνία πλήρους απασχόλησης με δυναμική ανάπτυξη, όπως αυτή που γνωρίσαμε κατά τα μεταπολεμικά χρόνια, είναι ανέφικτη : η ενεργειακή κρίση, το οικολογικό πρόβλημα και η επισιτιστική ανεπάρκεια αγαθών σκιαγραφούν έναν ορίζοντα αναπόφευκτης ολιγάρκειας και λιτής διαβίωσης. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει, επιτέλους, να ξεπεράσουμε την κοινωνία της αφθονίας. Νομίζουμε επίσης πως ο μόνος τρόπος για να αποφύγουμε την πιθανότητα περάσματος σε ένα είδος « πολεμικής οικονομίας » (δηλαδή στη διενέργεια πολέμων με σκοπό να δικαιολογηθούν τα βάρβαρα αντικοινωνικά μέτρα και η συνακόλουθη καταστολή), οποία, φυσικά, θα ωφελήσει μόνο τους ισχυρούς, είναι η διεκδίκηση της απόλυτης ισότητας των εισοδημάτων για όλους και όλες, δηλαδή η διεκδίκηση μιας ριζικής αλλαγής νοοτροπίας.

Η βασική δυσκολία που έχουν να αντιμετωπίσουν όσοι και όσες -όπως κι εμείς- θέλουν « να βγούν από τον καπιταλισμό » και την « αντιπροσωπευτική δημοκρατία » του, έχει να κάνει με την επινόηση μορφών πραγματικής δημοκρατίας. Η εφαρμογή τους για μικρό διάστημα και σε μικρή κλίμακα πάνω σε μια πλατεία είναι ένα πράγμα∙ η επέκτασή τους, όμως, σε όλους τους τομείς της κοινωνικής ζωής είναι κάτι πολύ ευρύτερο. Κάτι τέτοιο θα σήμαινε ότι ένα σημαντικό κομμάτι της κοινωνίας αρχίζει να υιοθετεί αξίες και πρακτικές όπως η ατομική και κοινωνική ελευθερία, η ισότητα ή η ικανότητα αυτοκυβέρνησης, οι οποίες ευνοούν και εμπεδώνουν την αυτονομία, τόσο σε ατομικό όσο και σε συλλογικό επίπεδο. Και αυτό δεν μπορεί παρά να συμβαδίζει με τη σταδιακή ανάπτυξη διαδικασιών λήψης συλλογικών αποφάσεων. Οι δυσκολίες που θα συναντήσει ένα τέτοιο εγχείρημα είναι τεράστιες. Ωστόσο η αδυναμία του σημερινού κινήματος να λάβει μια ξεκάθαρη κατεύθυνση κινδυνεύει να το οδηγήσει τελικά στην αποτυχία.

Η εορταστική ατμόσφαιρά μπορεί να μας κάνει να λησμονήσουμε για ένα διάστημα την δυσφορία και την αγανάκτιση οι οποίες μας έκαναν να κατέβουμε στο δρόμο και να μας απαλλάξει από την υποχρέωση να αναμετρηθούμε με τα τεράστια προβλήματα που περιμένουν όσους και όσες επιθυμούν πραγματικά μια ριζική κοινωνική αλλαγή. Αλλά δεν θα αποτρέψει την επιστροφή στην απάθεια και την αδιαφορία μέχρι το επόμενο ξέσπασμα θυμού. Κινδυνεύουμε να μείνουμε απλώς άπραγοι και άπραγες μπροστά στην εξελισσόμενη καταστροφή, συμβάλλοντας, τελικά, στην διαστρέβλωση των όρων « ελευθερία », « δημοκρατία » και « αυτονομία ».

Η αμφιταλάντευση ανάμεσα σε αυτές τις δύο τάσεις εκφράζεται με πολύ συγκεκριμένο τρόπο : μια ηθικολογία και μια υπενθύμιση των βασικών αξιών της δημοκρατίας οι οποίες απευθύνονται, υπό μορφή προσταγής, στην πολιτική ολιγαρχία. Το τελευταίο μας φέρνει αντιμετωπούς με ένα ζήτημα το οποίο δεν απαντάται από τους Αγανακτισμένους : Μπορούμε να προσδοκούμε σε κάτι από την υπάρχουσα ολιγαρχία ; Η εν λόγω ηθικολογία αντιλαμβάνεται, για παράδειγμα, την διαφθορά ως ένα σύμπτωμα του σύγχρονου ολιγαρχικού καθεστώτος. Ωστόσο είναι προφανές, ύστερα και από το παγκόσμιο hold-up που είναι στην ουσία της η « οικονομική κρίση », ότι η διαφθορά και οι μαφιόζικες πρακτικές έχουν μετατραπεί σε κυρίαρχη κοινωνική πρακτική του ίδιου του συστήματος. Η ολιγαρχία δεν έχει τίποτε άλλο να προτείνει στους λαούς εκτός από μέτρα λιτότητας, τη ραγδαία πτώση του βιωτικού επιπέδου (σχεδόν) για όλους και έναν πλανήτη μη κατοικήσιμο. Σκοπεύει να συνεχίσει να ρημάζει και να καταστρέφει οτιδήποτε έχει για εμάς νόημα, δίχως να προσφέρει άλλη εναλλακτική από τη λογική του ο σώσον εαυτώ σωθήτω. Οι κεντρικές της αξίες, η κατανάλωση, η συσσώρευση, ο έλεγχος και η εξουσία ως τελικοί σκοποί της ύπαρξης αυτής καθ’ εαυτής, διαδίδονται σε όλες τις χώρες : Το να τους αντισταθούμε οπουδήποτε προκειμένου να διεκδικήσουμε ένα πραγματικό δημοκρατικό κοινωνικό πρόταγμα, σημαίνει ν’ αντιπαρατεθούμε σε αντανακλαστικά τα οποία είναι, επίσης, και δικά μας.

Είτε έχουμε να περιμένουμε κάτι από την ολιγαρχία, πράγμα που είναι και ένας τρόπος να της αναγνωρίσουμε μια κάποια νομιμότητα, είτε την θεωρούμε ως μη νόμιμη και θα πρέπει να την αποκαθηλώσουμε οριστικά. Το ζήτημα αυτό έχει άμεσες επιπτώσεις : στην Ισπανία, για παράδειγμα, η αστυνομική καταστολή αναζωογόνησε το κίνημα και η απουσία αντίδρασης από την εξουσία το αποδυνάμωσε. Πρέπει λοιπόν να εξαρτώμαστε σ’ αυτό το βαθμό από τις πράξεις της Εξουσίας ; Το ίδιο ισχύει και για την περίπτωση των εκλογών : εάν θεωρούμε οτι η ψήφος δε χρησιμεύει σε τίποτα παρά στο να νομιμοποιεί μια αυθαίρετη και αποκομμένη από την κοινωνία εξουσία, πρέπει να εξαγάγουμε απ’ αυτή τη θέση τα ανάλογα συμπεράσματα και, ως εκ τούτου, να πάψουμε να συμμετέχουμε στις εκλογές.

Μερικές άλλες αντιφάσεις και πηγές παρανοήσεων πρέπει επίσης να τονιστούν :

1. Η διεκδίκηση μιας συντακτικής συνέλευσης είναι αμφίσημη ως αίτημα. Μπορεί να χρησιμεύσει και ως προπέτασμα επιτρέποντας στις κυρίαρχες τάξεις να ενδυναμώσουν την κυριαρχία τους, όπως συμβαίνει αυτόν τον καιρό στην Τυνησία... αλλά και ως εδραίωση μιας εναλλακτικής εξουσίας, ενάντια στην ήδη υπάρχουσα, όπως κατά τη Γαλλική Επανάσταση. Δύο σημασίες εντελώς αντίθετες μεταξύ τους.

2. Είναι παράλογο να απαιτείται η λαϊκή κυριαρχία. Αν ο λαός είναι κυρίαρχος, οφείλει να ενσαρκώσει την κυριαρχία του σε κυρίαρχες γενικές συνελεύσεις οι οποίες θα αποτελέσουν τους αποκλειστικούς θεσμούς λήψης αποφάσεων, αντικαθιστώντας κάθε άλλη εξουσία.

3. Ειναι αντιφατικό να προσπαθεί κανείς να επαναφέρει την αμεσότητα στις κοινωνικές επαφές και να δίνει τόσο κεντρική θέση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης που έχουν συνοδεύσει την όξυνση της μοναξιάς και της κουλτούρας του ζάπινγκ. Η χειραφέτηση είναι επίσης, και κυρίως, μια κριτική ματιά στις ηλεκτρονικές και διαδικτυακές μορφές αποξένωσης. Ένα κοινωνικό κίνημα έχει αναγκη από την ιντερνετική του αντανάκλαση για να υφίσταται ; Ποιά απόσταση μπορούμε να λάβουμε από την αναπόφευκτα υποκειμενική εικόνα, τις υπερβολές, τις φήμες, τα ψεύδη που μπορεί να κυκλοφορούν τόσο από την πλευρά των οπαδών μέσω των κοινωνικών δικτύων όσο και από την πλευρά των επικριτών στις βραδυνές ειδήσεις ;

4. Το κίνημα απέρριψε εξ αρχής, πολύ σωστά, τα κόμματα και τα συνδικάτα. Αλλά όταν έπρεπε να επεξεργαστεί μια πλατφόρμα προτάσεων δεν ξεπέρασε το στάδιο μιας γενικόλογης έκφρασης προθέσεων. Θέλοντας να αποφύγει την παγίδα της διαστρέβλωσης, έθεσε τις μορφές της αυτονομίας δίχως να προσπαθήσει να διαμορφώσει με μεγαλύτερη σαφήνεια τους όρους της. Αλλά όσο αποτελεσματική και αν είναι η εφαρμογή της αυτο-οργάνωσης στην πράξη, δεν μπορεί να καλύπτει για πάντα την έλλειψη διαμόρφωσης ενός σαφούς (και πάντοτε ανοιχτού σε αναδιαμόρφωση) πολιτικού προτάγματος.

Για εμάς, αυτό που θεμελιώνει την ολιγαρχία, αυτό που της δίνει ζωή, είναι γενική και διαδεδομένη σε όλα τα κοινωνικά στρώματα επιθυμία της κοινωνικής ανόδου και της κατανάλωσης. Την πρώτη μπορούμε να την εμποδίσουμε μόνο αν οργανώσουμε όλους τους θεσμούς γύρω από κυρίαρχες γενικές συνελεύσεις, δομημένες με βάση την ανακλητή ανάθεση καθηκόντων και την εναλλαγή προσώπων στα διάφορα πόστα. Από τη δεύτερη μπορούμε ν’ απαλλαγούμε μόνο αν εφαρμόσουμε την αυστηρή ισότητα των εισοδημάτων και αν προσπαθήσουμε, από κοινού, να επανακαθορίσουμε τις ανάγκες μας αλλά και τα προϊόντα που θα παράγονται. Πρέπει όμως αυτά να τα θέσουμε ρητά και ανοιχτά, να τα συζητήσουμε και να πάρουμε τις σχετικές αποφάσεις.

Είναι προφανές πως εάν οι λαοί καταφέρουν να εγκαθιδρύσουν δημοκρατικές δομές εξουσίας, αυτές θα έρθουν σε σύγκρουση με τους θεσμούς της δήθεν αντιπροσωπευτικής « δημοκρατίας ». Και όσο περισσότερο αυτές οι δημοκρατικές δομές θα ριζώνουν και θα επεκτείνονται, τόσο περισσότερο βίαιη θα είναι η αντίδραση της ολιγαρχίας. Αλλά ακόμα κι αν δούμε τις ζωές μας να ευτελίζονται, ακόμα κι αν μπούμε σε μια περίοδο σκληρής αντιπαράθεσης και υποστούμε μια βία ούτως ή άλλως αναπόφευκτη, αξίζει τον κόπο.


[1Convivialité. Η ευθυμία, η απόλαυση ως αποτέλεσμα της κοινωνικής επαφής κι επικοινωνίας.


Commentaires